σελῶν

σέλας
light
neut gen pl (attic epic ionic)
σελάω
shine
pres part act masc voc sg
σελάω
shine
pres part act neut nom/voc/acc sg
σελάω
shine
pres part act masc nom sg (attic epic ionic)
σελάω
shine
pres part act masc nom sg (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σελ(λ)οστάσιο — το, Ν αποθήκη σελών στους στρατώνες ιππικού και πυροβολικού. [ΕΤΥΜΟΛ. < σέλα + στάσιο (< στάτης < ίστημι), πρβλ. κλιμακο στάσιο] …   Dictionary of Greek

  • σελλάριος — ὁ, Α 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη σέλα 2. κατασκευαστής σελών, σελοποιός 3. αξιωματικός τού ιππικού, σελλαριώτης* 4. άλογο ιππασίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. sellarius (< sella, βλ. σέλλα)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.